θα μας πάρουν με τα βοτσαλάκια...

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

“Φόραγα το σωστό στρινγκ…”.


Ξημέρωσε…6:30 και έφτιαχνε ήδη καφέ. Ανοικτή η τηλεόραση και έβλεπε ΝΕΤ. Οι πρωϊνές ειδήσεις και μετά θα έτρεχε να ντυθεί, να πάρει τα βιβλία μαζί της και να τρέξει για το λεωφορείο. Η σχεδόν καθημερινή ρουτίνα έλεγε ότι θα το έχανε για μερικά δευτερόλεπτα…Αφού οι οδηγοί την ήξεραν και καμιά φορά, όταν την έβλεπαν να τρέχει από μακριά, καθυστερούσαν να τους προλάβει και να μπει.

Σήμερα όμως έφτασε στην ώρα της (ή μάλλον το λεωφορείο καθυστερήσε λίγο..). Μπήκε, έκατσε και άνοιξε να διαβάσει. “The political economy of work”, απαραίτητο ανάγνωσμα για το master της που έκανε εξ αποστάσεως στο Κολλέγιο του Χένλεϋ. Πανάκριβο και δύσκολο, που όμως την δεχτήκαν και ο πατέρας της περήφανος έσκαγε τα χρήματα κάθε χρόνο. Τώρα τέλειωνε τον δεύτερο χρόνο και είχε ακόμα 2 (γιατί είχε λίγα μαθήματα ανά έτος..).


Την ώρα που διάβαζε στην διαδρομή από τη Κυψέλη μέχρι την Σταδίου, έβλεπε έναν όμορφο μελαχρινό άντρα να την κοιτάει επίμονα. Αισθάνθηκε να κοκκινίζει και ασυναίσθητα έκλεισε τα πόδια της , που είχαν έχασκαν ανοικτά όπως κράταγε το ογκώδες βιβλίο. Τον έπιασε να κοιτάει τις γάμπες της. Μάλλον θύμωσε μέσα της για το αδιάντροπο βλέμμα του. Όχι ότι δεν την κολάκευε, αλλά τρελλαινόταν κάθε φορά με τους πακιστανούς, ινδούς και ό,τι άλλη φυλή την καμάκωνε στο λεωφορείο. Ρατσίστρια δεν ήτανε, αλλά και η ντροπή που ένιωσε όταν πρώτη φορά είπε στην δουλειά ότι μένει Κυψέλη και η αντίδραση ήταν : “Δύσκολα με τόσους ξένους ε;”.

Βλέπετε ήταν και μικρή, μόλις 24, που άφησε τις Σέρρες να κατέβει Αθήνα, αφού οι γονείς (αγρότες και οι 2) της είχαν βρει δουλειά , δίπλα στον θείο Τάκη. Στην Εθνική Τράπεζα. “Μόνιμη;” είχε ρωτήσει η μάνα της, “Συμβασιούχος τώρα, αλλά μετά θα βρούμε τον τρόπο” απάντησε στο τηλέφωνο ο Θείος Τάκης. Και έτσι άρον άρον την κατέβασαν Αθήνα. Αυτή δεν ήθελε, για να συνεχίσει απερίσπαστη τις σπουδές της, αλλά οι δικοί της, ούτε να ακούσουν. Και έτσι βρέθηκε το διαμέρισμα στην Κυψέλη (200 ευρώ παρακαλώ τα 20 τμ στον Ιο όροφο..), με τα φοιτητικά του έπιπλα ήδη μέσα και την χαλασμένη κουζίνα του ‘60. Άντε και το μικρό ψυγείο γραφείου, για να έχει λίγο κρύο νερό το καλοκαίρι.

Όταν πηγε στην δουλειά και ανακάλυψε ότι ο μισθός της ήταν μόνο 400 ευρώ καθαρά (γιατί τελικά ήταν ένα από τα περίφημα stage) και ότι έπρεπε να κάθεται οκτάωρα και να κάνει ότι δουλειά περίσσευε από τους κανονικούς υπαλλήλους, τρελλάθηκε και άρχισε να αισθάνεται γυφτάκι. Ευτυχώς οι γονείς της δέχτηκαν να στέλνουν τα 200 and that’s it. Τα υπόλοιπα έπρεπε να τα πληρώνει από τα 400. Άρα. Ανέχεια!!! Ίσα που επιβίωνε. Και βέβαια το είχε ρίξει στο διάβασμα. Με περισσότερο πείσμα και ζέση. Και κατάφερνε να βγαίνει που και που με την Μαρίκα, που είχε κατέβει και αυτή από τις Σέρρες και δούλευε κομμώτρια. Και αυτή σε επιδοτούμενη θέση, αλλά είχε και τα μπουρμπουάρ.

Και βέβαια ήταν και οι Κυριακές στον θείο Τάκη. Ωραία μαγειρεμένο φαγητό, ανθρώπινες συνθήκες και προσποιητό ενδιαφέρον. Γιατί αν δεν ήταν προσποιητό, τότε γιατί δεν την κάλεσαν ποτέ για ένα σινεμά ή ένα θέατρο (που τόσο ωραία διηγούνταν η θεία Ευλαλία…με λίγο μίσος..θα έλεγε..). Άλλα πάντα έτσι ήτανε, ο θείος Τάκης ήταν ο μορφωμένος της οικογένειας, ο διευθυντής σε τράπεζα, ο άνθρωπος με τα μέσα (συνδικαλιστής της ΔΑΚΕ χρόνια), που όλο έβαζε τον πατέρα της να τρέχει για ψήφους στις εκλογές. Βλέπεις όταν του έλεγε η μάνα της να μην το κάνει, αυτός πάντα απάνταγε : “βρε γυναίκα, παιδί μεγαλώνουμε. Αύριο-μεθαύριο θα ψάχνει δουλειά, να δεις που θα φροντίσει ο Τάκης”.

Ναι και φρόντισε. 400 ευρώ και τον χαμάλη σε Τράπεζα. Να βλέπει κάθε μέρα ανθρώπους χωρίς μόρφωση, χωρίς προσόντα και χωρίς ικανότητες , να της κάνουν τον καμπόσο και να της λένε ότι δεν βγάζει σωστά τις φωτοτυπίες. Για αυτό και διάβαζε σαν την τρέλλη. Να φύγει, να πάει έξω, να αναπνεύσει…Εδώ την είχε καταλάβει τη δουλειά, ότι και να της τάζανε. Όπως η κοπέλα που δούλευε τον πρώτο μήνα μαζί, η Σωτηρία. Είχε μπει μια μέρα ξαφνικά στο γραφείο του μεγάλου διευθυντή και η Σωτηρία ήταν στα 4 και κάτι μάζευε στο πάτωμα. Και ο διευθυντής από πίσω, με ανοιχτά τα παντελόνια την έπαιρνε κανονικά μάτι. Αλλά η Σωτηρία στον μήνα επάνω , μεταφέρθηκε σε υποκατάστημα και μονιμοποιήθηκε. Όταν την είχε ρωτήσει πως, της έκλεισε το μάτι και της είχε απαντήσει : “Φόραγα το σωστό στρινγκ…”.

http://koukios.wordpress.com/2009/02/05/stage/


και εδώ (άσχετο)
"πράσινο" φως για 400 διορισμούς σε κάθε βουλευτή...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Loading...